
.....Αυτός λοιπόν είχε όλα τα πάθη˙ μα τα’κοψε όλα, με το σπαθί. Κάπνιζε σα φουγάρο˙ ένα πρωί σηκώθηκε, πήγε στο χωράφι ν’αλετρίσει, έφτασε, ακούμπησε στο φράχτη, έχωσε, θεριακλής όπως ήταν, με λαχτάρα το χέρι του στη ζώνη, να βγάλει την καπνοσακούλα, να στρίψει ένα τσιγάρο πριν πιάσει δουλειά. Τραβάει την καπνοσακούλα, άδεια, πανί με πανί˙ είχε ξεχάσει να την γεμίσει στο σπίτι.»
Άφρισε από το κακό του, μούγκρισε˙ και μονομιάς, μ’ένα πήδο, στράφηκε πίσω κι άρχισε να τρέχει κατά το χωριό˙ τον είχε, βλέπεις, κυριέψει το πάθος.
Μα ξαφνικά, εκεί που’τρεχε – ο άνθρωπος σου λέω είναι μυστήριο – στάθηκε, ντράπηκε, έβγαλε την καπνοσακούλα, την έκανε με τα δόντια του χίλια κομάτια και την τσαλαπάτησε λυσσασμένος»-Άτιμη, άτιμη! μούγκριζε˙ πουτάνα!»Κι από την ώρα εκείνη, σε όλη του τη ζωή, δεν έβαλε τσιγάρο στο στόμα του.»
Έτσι κάνουν τα παλικάρια, αφεντικό˙ καληνύχτα!
Απόσπασμα από τον '΄Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά" του Νίκου Καζαντζάκη.